Sunday, March 27, 2011
Jazz Suite No2 ~ Shostakovich Dimitri
Το δεύτερο βαλς από τη δεύτερη σουίτα για τζαζ ορχήστρα του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975).
Saturday, March 26, 2011
Friday, March 25, 2011
Ο άρχοντας των τσαρουχιών
REPORTAGE/ETHNOS
ΜΑΤΙΝΑ ΔΕΜΕΛΗ
Είναι χειροποίητα από σκληρό κόκκινο δέρμα. Το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα, ενώ το μαύρο το πένθος. Τα τσαρούχια αποτελούν σύμβολο της εθνικής εξέγερσης του 1821 και ακόμη και σήμερα στρέφουν τα βλέμματα όσων επισκέπτονται το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη με τον επιβλητικό ήχο τους σε κάθε βήμα των Ευζώνων. Λίγα μέτρα πιο πέρα, στην Ηρώδου Αττικού, βρίσκεται το εργαστήριο που φτιάχνει τα αυθεντικά τσαρούχια της Προεδρικής Φρουράς. Εκεί, απασχολούνται δύο άτομα που γνωρίζουν την τέχνη αυτή όσο λίγοι σήμερα. Ο ένας ασχολείται με την κατασκευή και ο άλλος με τη συντήρηση των τσαρουχιών.

Πλέον λίγοι τεχνίτες έχουν απομείνει που κάνουν αυτή τη δουλειά και για να τη μάθει κάποιος πρέπει να απευθυνθεί στο συγκεκριμένο εργαστήριο, «ώστε κάποια στιγμή να αναλάβει όταν εμείς οι παλιοί θα φύγουμε. Μέχρι πριν από τέσσερα χρόνια ήμασταν τέσσερις στη δουλειά αυτή. Τώρα είμαστε δύο και σίγουρα θα πρέπει να έρθουν νεότεροι για να μάθουν την τέχνη απο εμάς», αναφέρει ο Γιάννης Παναγιωτακόπουλος.

ΜΑΤΙΝΑ ΔΕΜΕΛΗ
ΦΩTO: ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Είναι χειροποίητα από σκληρό κόκκινο δέρμα. Το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα, ενώ το μαύρο το πένθος. Τα τσαρούχια αποτελούν σύμβολο της εθνικής εξέγερσης του 1821 και ακόμη και σήμερα στρέφουν τα βλέμματα όσων επισκέπτονται το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη με τον επιβλητικό ήχο τους σε κάθε βήμα των Ευζώνων. Λίγα μέτρα πιο πέρα, στην Ηρώδου Αττικού, βρίσκεται το εργαστήριο που φτιάχνει τα αυθεντικά τσαρούχια της Προεδρικής Φρουράς. Εκεί, απασχολούνται δύο άτομα που γνωρίζουν την τέχνη αυτή όσο λίγοι σήμερα. Ο ένας ασχολείται με την κατασκευή και ο άλλος με τη συντήρηση των τσαρουχιών.
Πλέον λίγοι τεχνίτες έχουν απομείνει που κάνουν αυτή τη δουλειά και για να τη μάθει κάποιος πρέπει να απευθυνθεί στο συγκεκριμένο εργαστήριο, «ώστε κάποια στιγμή να αναλάβει όταν εμείς οι παλιοί θα φύγουμε. Μέχρι πριν από τέσσερα χρόνια ήμασταν τέσσερις στη δουλειά αυτή. Τώρα είμαστε δύο και σίγουρα θα πρέπει να έρθουν νεότεροι για να μάθουν την τέχνη απο εμάς», αναφέρει ο Γιάννης Παναγιωτακόπουλος.
Συντήρηση. Εκτός από την κατασκευή νέων ζευγαριών είναι απαραίτητη και η συντήρησή τους ώστε να αντέχουν στον χρόνο. Τακούνια και ραψίματα στο δέρμα γίνονται αρκετά συχνά, για να διατηρούνται σε καλή κατάσταση.
Απαιτητική εργασία
Ενας χρόνος απαιτείται συνήθως για να μάθει κάποιος να ράβει τσαρούχια, ενώ για να κατασκευαστεί ένα ζευγάρι απαιτούνται πέντε ολόκληρες ημέρες. «Το γνήσιο το τσαρούχι είναι το δικό μας. Δεν υπάρχει άλλο σαν κι αυτό», λέει ο κ. Παναγιωτακόπουλος, ένας αυθεντικός λαϊκός άνθρωπος. «Παλιότερα, η Προεδρική Φρουρά προμηθευόταν τα τσαρούχια από τα Γιάννενα. Εκεί τότε έφτιαχναν τα αυθεντικά. Αργότερα, κάποιοι συνάδελφοι έμαθαν την τέχνη, ήρθαν στην Αθήνα και έφτιαξαν το εργαστήριο», συμπληρώνει.
Ενας χρόνος απαιτείται συνήθως για να μάθει κάποιος να ράβει τσαρούχια, ενώ για να κατασκευαστεί ένα ζευγάρι απαιτούνται πέντε ολόκληρες ημέρες. «Το γνήσιο το τσαρούχι είναι το δικό μας. Δεν υπάρχει άλλο σαν κι αυτό», λέει ο κ. Παναγιωτακόπουλος, ένας αυθεντικός λαϊκός άνθρωπος. «Παλιότερα, η Προεδρική Φρουρά προμηθευόταν τα τσαρούχια από τα Γιάννενα. Εκεί τότε έφτιαχναν τα αυθεντικά. Αργότερα, κάποιοι συνάδελφοι έμαθαν την τέχνη, ήρθαν στην Αθήνα και έφτιαξαν το εργαστήριο», συμπληρώνει.
Η διαδικασία για την κατασκευή των τσαρουχιών είναι συγκεκριμένη: «Εχει δικά του πατρόν το τσαρούχι, τα λεγόμενα στάμπο όπως τα λέμε εμείς. Αρχικά κόβουμε το δέρμα, έπειτα το βάζουμε στο νερό να μαλακώσει. Εξακόσιες βελονιές απαιτούνται για το κάθε ζευγάρι και εκατόν είκοσι καρφιά. Τα εξήντα από αυτά είναι για τη σόλα του τσαρουχιού. Οι βελονιές γίνονται στο χέρι ?όλα γίνονται στο χέρι», εξηγεί ο ίδιος. Τα καρφιά προκαλούν και τον επιβλητικό ήχο που ακούμε κατά τον βηματισμό ενός εύζωνα. Κατά μέσο όρο, το κάθε τσαρούχι ζυγίζει τρία κιλά. Χαρακτηριστικό κομμάτι των τσαρουχιών αποτελούν οι μαύρες φούντες, στις οποίες καταλήγουν οι μύτες τους. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως η αρχική τους χρήση ήταν να κρύβονται σε αυτές μικρά κοφτερά αντικείμενα που θα μπορούσαν αιφνιδιαστικά να τραυματίσουν τον εχθρό σε μία μάχη.
Τα νούμερα των τσαρουχιών ξεκινάνε από το 45 και φτάνουν έως και το 53! «Περισσότερο φοριούνται τα νούμερα 47, 48 και 49, αλλά συνήθως όλοι παίρνουν ένα νούμερο μεγαλύτερο, αφού είναι και οι κάλτσες χοντρές» λέει ο κ. Παναγιωτακόπουλος. Το τσαρούχι δεν έχει ίχνος από πλαστικό. Ακόμη και η φούντα είναι από αυθεντικό μαλλί. Ολα τα υλικά αγοράζονται από δερματοπωλεία και βυρσοδεψεία. Τα τσαρούχια «αντέχουν» στον χρόνο. Για την ακρίβεια περίπου τρία χρόνια, αφού οι Εύζωνοι τα παραδίδουν πίσω μετά τη βάρδιά τους ενώ φροντίζουν και οι ίδιοι να τα συντηρούν. «Εμείς αναλαμβάνουμε τα ραψίματα, τα τακούνια που απαιτούν γνώσεις. Στην αποθήκη του εργαστηρίου υπάρχει στοκ περίπου 150 ζευγαριών. Οσα χαλάνε τα πετάμε, ενώ κάθε εβδομάδα ένα νέο ζευγάρι από τσαρούχια κατασκευάζεται και είναι έτοιμο προς χρήση».
Η ιστορία του τσαρουχιού αρχίζει από την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και τις ορεινές περιοχές των Βαλκανίων και την Τουρκία. Η λέξη προέρχεται από την τουρκική λέξη «τσαρίκ». Την παλαιά εποχή κατασκευάζονταν από ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα από τέσσερα συνήθως τεμάχια, την «πατωσιά» ή σόλα, τα δύο πλάγια και στην άκρη του τη «μύτη» σε διάφορες παραλλαγές. Aλλοτε ήταν γυμνή και γυρισμένη προς τα πάνω κι άλλοτε καλυμμένη με πλούσια, μάλλινη φούντα, η οποία ήταν συνήθως μαύρη για τους άνδρες και τις γυναίκες και πολύχρωμη για τα παιδιά. Το δέρμα από το οποίο κατασκευάζονταν ήταν το λεγόμενο «τελατίνι», το οποίο είχε κόκκινο χρώμα.
Wednesday, March 23, 2011
Περπατώντας στην πόλη..
Γράφει η Λίζα Δουκακάρου
Δεν έχω λεφτά, φύγε από δω. Έτσι του 'πα σήμερα. Ήρθε τρέχοντας να καθαρίσει τα τζάμια με ένα πανί σφηνωμένο σε κοντάρι,κάτι σαν σκουπόξυλο. Πάντα του έδινα κάτι, αλλά σήμερα η κακοκεφιά μου χτυπούσε στο παρμπρίζ του αυτοκίνητου κι επέστρεφε με ταχύτητα, λες και ήθελε να μου αστράψει ένα γερό χαστούκι στα μάγουλα.
Λίγο αργότερα στέκομαι μπροστά σε ένα περίπτερο για το ...τρίπτυχο τσίχλες, σοκολάτα, εφημερίδα . Κάποιος πλησιάζει και μου ζητάει χρήματα.
Γνέφω αρνητικά ότι δεν έχω τίποτα. Σε λίγα δευτερόλεπτα τα ρέστα του περιπτερά κουδουνίζουν στη χούφτα μου και με διαψεύδουν πανηγυρικά. Ο ακαθορίστου ηλικίας άντρας με κοιτάζει με ένα βλέμμα μεταξύ παρακαλετού, θυμού και περιφρόνησης. Παίρνω τα ρέστα μου κι απομακρύνομαι.
Οι καθημερινές ενοχές περπατάνε πια δίπλα μας στο δρόμο.
Λίγα μέτρα πιο κάτω η άκρη του ματιού μου πιάνει ένα κατακόκκινο κουβάρι ακουμπισμένο μέσα σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Επιβραδύνω και γυρνάω λίγο το κεφάλι να δω. Ένα παιδί το πολύ δεκαέξι χρονών, κάνει χρήση ηρωίνης στηρίζοντας το λιπόσαρκο κορμί του στα δέκα εκατοστά της εταζέρας του θαλάμου.
'' Κοίτα κανονικά αν θέλεις κοπελιά. Όχι λοξά όμως. Όχι λοξά! Δε γουστάρω''...
Ανοίγω το βήμα και απομακρύνομαι σχεδόν τρέχοντας. Τρία στενά πιο πάνω, σα να μπαίνω σε άλλη πόλη... Έτσι νοιώθω. Δυο κόσμοι διαφορετικοί σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων. Φώτα, βιτρίνες, μουσικές, ευγενικά χαμόγελα. Σαν φάρσα σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Περπατάω και σκέφτομαι τον Μανώλη Ρασουλη που ''έφυγε'' πριν από λίγες μέρες, αφού τον είχαν ''φύγει'' από την ελληνική ραδιοφωνία.
'' Με πέταξαν στον κάδο. Είμαι άνεργος, αχρήματος και ηλικιωμένος. Σύνταξη δεν έχω πάρει ακόμα. Ευελπιστώ.'' Είχε σχολιάσει ο ίδιος την κατάσταση του.
Η ελπίδα τελικά πέθανε μαζί του...στην ψάθα. Το '' Δήθεν'' και η ''Εκδίκηση της γυφτιάς'' ακούγονται σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ...
Στο μυαλό μου επιστρέφει η εικόνα του παιδιού που είδα νωρίτερα,''το κόκκινο μπουφάν'', κουρέλι στον τηλεφωνικό θάλαμο, στην άκρη του δρόμου.
Ο τίτλος στην εφημερίδα που κρατάω στο χέρι μου τον αφορά:
''Μεγάλο φαγοπότι στον ΟΚΑΝΑ''.Οι υπεύθυνοι πιάστηκαν, λέει, να έχουν ξοδέψει, περισσότερα χρήματα για δικά τους ταξίδια και τηλεφωνήματα, παρά για μεθαδόνη.....
Περπατώντας ξεχάστηκα κι η ώρα πέρασε. Μπροστά μου μια παρέα αστειεύεται και διαπληκτίζεται για τη βραδινή βόλτα. Δεν υπάρχουν πολλά που μπορείς να κάνεις για το άσπρο - μαύρο της ζωής, αρκεί τουλάχιστον να μην παγιδευτείς για πάντα στο γκρίζο της.
Εφημερίδα Μετρό
Εφημερίδα Μετρό
Tuesday, March 22, 2011
Japan earthquake...don't forget to remember
Τρεις νύχτες πάλευα να γράψω αυτή τη μουσική....προσπαθώντας να πιστεψω τα πλάνα που έβλεπα στην τηλεόραση...ναι υπάρχουν στιγμές που ακόμα και ένας δημοσιογράφος δεν πιστεύει αυτό που βλέπει...δανείστηκα μερικές φωτογραφίες από το δίκτυο, για να περιγράψω καλύτερα αυτό που μου βγήκε γράφοντας αυτή τη μουσική....το πόσο μικρός φαντάζει ο άνθρωπος όταν το θελήσει η φύση....για αυτούς τους ανθρώπους λοιπόν....που πολλοί από εμάς θα ήθελαν να τους μοιάζουν...στο κουράγιο, την αξιοπρέπεια την περηφάνεια....
Δημήτρης Φλουτσάκος
«Θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει» Οδ. Ελύτης
Αλλά ποιος τους προσέχει -και μάλιστα από τους κυβερνήτες που παίζουν με την τύχη των απλών ανθρώπων. Τα όσα συμβαίνουν και τα τελευταία χρόνια, τα είχε προβλέψει σε σημαντικό βαθμό ο Οδυσσέας Ελύτης. Και καθώς ήδη διανύουμε, με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του, «Ετος Ελύτη» ή «Μια χρονιά με τον Ελύτη», όπως θέλει η σύντροφός του Ιουλίτα Ηλιοπούλου, χρήσιμο είναι, αν όχι και επιβεβλημένο, να τον διαβάσουμε, να τον μελετήσουμε.
Θα μπορούσε ακόμη, γιατί είχε και πολιτική σκέψη ο Ελύτης, να αφιερωθεί και μια συνεδρίαση της Βουλής στον ποιητή της πατριωτικής συνείδησης αυτού του τόπου. Και εκεί να διαβαστεί το «Προφητικόν» από το «Αξιον Εστί», το κορυφαίο του έργο, όπου στο ερώτημα «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;» απαντά: «Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Αδη και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα 'ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα».
Ολόγος του ποιητή επαληθεύεται. Ηδη οι νέοι στενάζουν και χτυπημένοι από την ανεργία, αναζητούν μια καλύτερη τύχη, όπως και προηγούμενες γενιές Ελλήνων, εκτός πατρίδας. Η κατάρα της μετανάστευσης χτυπάει για μια ακόμη φορά τον τόπο και θα του στερήσει πολύτιμο, άξιο ανθρώπινο δυναμικό, την ώρα που το χρειάζεται για να δώσει τη μάχη της ανάπτυξης και της εξόδου από την κρίση.
Είναι μείζον και πολυδιάστατο το πρόβλημα των νέων ανθρώπων της χώρας. Δεν είναι μόνον η ανεργία, που οδηγεί σε απογοήτευση τις τρυφερές ηλικίες, στη στέρηση του δικαιώματος να ονειρευτούν το μέλλον τους, να αποζημιωθούν για τους κόπους των σπουδών τους, να ερωτεύονται δίχως άγχος και φόβο για το αβέβαιο αύριο. Μαζί με όλα αυτά, τους φορτώνουμε και με ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, που εμείς, οι γενιές που διαχειρίστηκαν την εξουσία από τη μεταπολίτευση έως σήμερα, δημιουργήσαμε και αυτοί πρέπει να πληρώσουν το βαρύ τίμημα της εξόφλησης.
Να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Τι σημαίνει στην ουσία η ικανοποίηση του ελληνικού αιτήματος για την επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης του χρέους, που χαρακτηρίστηκε ως «ανάσα» για τη χώρα;
Σημαίνει ότι και τα σημερινά 10χρονα παιδιά, που το 2023 θα είναι άντρες, θα πληρώνουν τα χρέη του πατέρα και του παππού, τη σπατάλη, την κατάχρηση, τη διαφθορά, την καταλήστευση του δημόσιου πλούτου, δηλαδή της περιουσίας του ελληνικού λαού, την ανικανότητα της πολιτικής εξουσίας, τον εφησυχασμό έως και τη συνενοχή της πνευματικής ηγεσίας, τη διάβρωση του συστήματος, την αναποτελεσματικότητα της ράθυμης κρατικής μηχανής, την οποία εξουσιάζει η γραφειοκρατική νοοτροπία, την απροθυμία της άρχουσας τάξης να επιδείξει στοιχειώδη πατριωτισμό.
Οφείλουμε σ' αυτές τις γενιές των νέων ανθρώπων, ειδικά εκείνων που ήδη στενάζουν «και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει», όχι μόνο μια απλή συγγνώμη. Οφείλουμε το ταχύτερο δυνατό να τις απαλλάξουμε από τα χρέη και να ανοίξουμε, με όποια θυσία, το δρόμο της ανάπτυξης και της εξυγίανσης. Αν δεν λειτουργήσει, επιτέλους, το δικό μας φιλότιμο, μην περιμένουμε κάποιο θαύμα από το Μνημόνιο και από τη σύνοδο κορυφής της 25ης Μαρτίου, από την οποία θα ζητήσουμε μια απόφαση για τη μείωση των επιτοκίων και την παροχή της δυνατότητας να αγοράζει ο μόνιμος ευρωπαϊκός μηχανισμός ομόλογα από την πρωτογενή αγορά.
Ακόμη και αν ικανοποιηθούν αυτά τα αιτήματα, δεν θα απαλλάξουμε τις νέες γενιές από το τεράστιο βάρος του χρέους ούτε και θα αλλάξει το ζοφερό κλίμα που δεν επιτρέπει στα παιδιά να ονειρευτούν το μέλλον τους.
Η λύση είναι να πληρώσουμε όχι μόνο με την αξιοποίηση έως και την πώληση δημόσιας περιουσίας, αλλά και να βάλουμε το χέρι στην τσέπη. Να το βάλουν, μάλιστα, οι έχοντες και κατέχοντες και να πληρώσουν όσα τους αναλογούν, όπως ήδη πληρώνουν οι μη έχοντες. Και για τη δημόσια περιουσία να σταματήσουν οι υποκριτικές κραυγές ότι «ετοιμάζεται ξεπούλημα». Γιατί ο συνετός νοικοκύρης για να απαλλαγεί από χρέη ή για να σπουδάσει τα παιδιά του ή να αντιμετωπίσει μια ασθένεια πουλάει ένα χωράφι ή όποιο περιουσιακό στοιχείο; Το ίδιο οφείλει να κάνει και αυτός ο τόπος για τα παιδιά του και να μην αφήσει «το αίμα τους αναίτια να γεράσει».
Monday, March 21, 2011
Θάλασσα του Πρωιού
| Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο. Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα. Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά (τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)· κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής. (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) Κ.Π. Καβάφης |
Sunday, March 20, 2011
Θαλερό~Άγγελος Σικελιανός
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·
βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,
σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...
Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·
σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·
καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.
Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·
ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·
ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.
Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·
ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.
Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.
Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.
Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1968)
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·
βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,
σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...
Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·
σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·
καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.
Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·
ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·
ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.
Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·
ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.
Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.
Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.
Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1968)
Saturday, March 19, 2011
Tuesday, March 15, 2011
Monday, March 14, 2011
Sunday, March 13, 2011
Μπορεί να αλλάξει Κεμάλ
Ο Μανόλης Ρασούλης "συνομιλώντας", χωρίς να διαφωνεί επί της ουσίας μαζί τους, με τον "Κεμάλ", του Νίκου Γκάτσου και του Μάνου Χατζιδάκι, και το "Ένα το χελιδόνι", του Μίκη Θεοδωράκη και του Οδυσσέα Ελύτη, δεν έχει καμιά αμφιβολία. Αρκεί ...
Αυτός ο κόσμος
μπορεί ν' αλλάξει, Κεμαλ
Μέσα στις καρδιές
στις πλατείες, σε γραφεία οβάλ
θέλει σωστοί χιλιάδες
να 'ναι στους τροχούς
να 'ναι η ψυχή η νύφη
και γαμπρός ο νους
Πηγή: http://afterschoolbar.blogspot.com
Αυτός ο κόσμος
μπορεί ν' αλλάξει, Κεμαλ
Μέσα στις καρδιές
στις πλατείες, σε γραφεία οβάλ
θέλει σωστοί χιλιάδες
να 'ναι στους τροχούς
να 'ναι η ψυχή η νύφη
και γαμπρός ο νους
Πηγή: http://afterschoolbar.blogspot.com
Saturday, March 12, 2011
Σσσσς…ησυχία
Της Ίνας Ταράντου
«Τα λόγια σου είναι σαν το βούισμα της μύγας στ’ αυτιά μου», έλεγε ο ήρωας του βιβλίου «Ο Αιγύπτιος» του Μίκα Βαλτάρι.
Πόσες μύγες δίπλα μας! Πόσος θόρυβος! Μιλάμε, σχολιάζουμε, κουτσομπολεύουμε, κατακρίνουμε, συγκρίνουμε, λογοκρίνουμε, έχουμε άποψη για όλα… θυμώνουμε, φωνάζουμε, διαμαρτυρόμαστε, ανταγωνιζόμαστε, τσακωνόμαστε και ξανά από την αρχή, χωρίς σταματημό, ένας φαύλος κύκλος. Κι όλα αυτά γιατί; Τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να διακρίνω τον ευγενή σκοπό ή τη χρησιμότητα, όλου αυτού του σαματά. Αντίθετα, αυτή η ακατάσχετη επιχειρηματολογία φαίνεται να έχει στόχο την επιβολή, τον εντυπωσιασμό, την κυριαρχία, να μην κάνουμε τίποτα τελικά, εκτός κι αν είναι να νικήσουμε…ουφ κουράστηκα!
Πόσες μύγες δίπλα μας! Πόσος θόρυβος! Μιλάμε, σχολιάζουμε, κουτσομπολεύουμε, κατακρίνουμε, συγκρίνουμε, λογοκρίνουμε, έχουμε άποψη για όλα… θυμώνουμε, φωνάζουμε, διαμαρτυρόμαστε, ανταγωνιζόμαστε, τσακωνόμαστε και ξανά από την αρχή, χωρίς σταματημό, ένας φαύλος κύκλος. Κι όλα αυτά γιατί; Τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να διακρίνω τον ευγενή σκοπό ή τη χρησιμότητα, όλου αυτού του σαματά. Αντίθετα, αυτή η ακατάσχετη επιχειρηματολογία φαίνεται να έχει στόχο την επιβολή, τον εντυπωσιασμό, την κυριαρχία, να μην κάνουμε τίποτα τελικά, εκτός κι αν είναι να νικήσουμε…ουφ κουράστηκα!
Αλήθεια κουράστηκα! Και αναθεώρησα, απόψεις παρελθόντων χρόνων. Όπως ότι όταν κάποιος δεν μιλάει πολύ, είναι αντικοινωνικός, σνομπ, ή χαζός! Τώρα θαυμάζω τους ανθρώπους που ξέρουν να σιωπούν και έχουν μάθει να ακούνε.
Πολλοί φιλόσοφοι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουν μιλήσει για τη δύναμη και την ανάγκη της σιωπής. «Μιλάτε όταν λείψει η ειρήνη με τις σκέψεις σας, και ζείτε στα χείλη σας μόνο όταν δεν κατοικείτε πλέον στην καρδιά σας, και δολοφονείται σχεδόν η σκέψη σας από τα λεγόμενα σας. Διότι η σκέψη είναι ένα πετούμενο του διαστήματος που δύναται πράγματι να ανοίξει τα φτερά του, αλλά αδυνατεί να πετάξει μέσα στο κλουβί των λόγων» (Χαλίλ Γκιμπράν).
Πολλοί φιλόσοφοι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουν μιλήσει για τη δύναμη και την ανάγκη της σιωπής. «Μιλάτε όταν λείψει η ειρήνη με τις σκέψεις σας, και ζείτε στα χείλη σας μόνο όταν δεν κατοικείτε πλέον στην καρδιά σας, και δολοφονείται σχεδόν η σκέψη σας από τα λεγόμενα σας. Διότι η σκέψη είναι ένα πετούμενο του διαστήματος που δύναται πράγματι να ανοίξει τα φτερά του, αλλά αδυνατεί να πετάξει μέσα στο κλουβί των λόγων» (Χαλίλ Γκιμπράν).
Σιωπή για να αφουγκραστούμε τα…μέσα μας. Σιωπή για να αφήσουμε χώρο στην αλήθεια να γεννηθεί και να ξεπηδήσει απ’ την καρδιά μας. Σιωπή για να δείξουμε το σεβασμό μας στον πόνο του άλλου. Σιωπή για να πενθήσουμε ότι αγνό χάσαμε αλλά και για να κάνουμε χώρο στο καινούριο που έρχεται. Σιωπή για να ακούσουμε τη φύση, για να γίνουμε η φύση, από εκεί που ήρθαμε κι εκεί που θα πάμε. Γι’ αυτό κι εγώ σήμερα, θα κλείσω τηλεόραση και ραδιόφωνο, θα πλησιάσω πολύ κοντά στο τζάκι για να μου κάψει τα μάγουλα και θα αφήσω το βλέμμα μου να πλανηθεί έξω από το παράθυρο…θα ακούσω τραγούδια της θύελλας που μαστιγώνει τα δέντρα, θα παρατηρήσω το άγριο σκηνικό για έναν κόσμο άγριο… χωρίς να σκέφτομαι τίποτα…ώσπου να γίνει ο χρόνος, άχρονος…
www.protagon.gr
Tuesday, March 8, 2011
Subscribe to:
Posts (Atom)



